harpuno
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- harpuno < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | harpuno | harpunoj |
| αιτιατική | harpunon | harpunojn |
harpuno (eo)
- το καμάκι