hasten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας hasten
γ΄ ενικό ενεστώτα hastens
αόριστος hastened
παθητική μετοχή hastened
ενεργητική μετοχή hastening

Ετυμολογία [επεξεργασία]

hasten < haste + -en

Ρήμα[επεξεργασία]

hasten (en)

  1. επιταχύνω, επισπεύδω
    The war hastened all these changes.
    Ο πόλεμος επιτάχυνε όλες αυτές τος αλλαγές.
    We are trying to hasten things a little.
    Προσπαθούμε να επισπεύσουμε λίγο τα πράγματα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη accelerate