haunt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| haunt | haunts |
haunt (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | haunt |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | haunts |
| αόριστος | haunted |
| παθητική μετοχή | haunted |
| ενεργητική μετοχή | haunting |
haunt (en)
- στοιχειώνω, για φάντασμα που κατοικεί σε ένα μέρος
The ghost haunted the forest.
- Το στοιχειό στοίχειωσε το δάσος.
- στοιχειώνω, καταδιώκω, για μια ιδέα που μου έρχεται συνέχεια στο μυαλό και δεν μπορώ να την ξεχάσω
He is haunted by the memories of his lost love.
- Τον στοιχειώνουν οι αναμνήσεις από το χαμένο έρωτά του.
The idea that she lied to him haunts him.
- Τον καταδιώκει η ιδέα ότι του είπε ψέματα.
- καταδιώκω, κυνηγάω, που συνεχίζει να προκαλεί προβλήματα σε κάποιον για μεγάλο χρονικό διάστημα
Bad luck is haunting him throughout his life.
- Σ' όλη του τη ζωή τον καταδιώκει η ατυχία.
The curse of his past haunts him.
- Τον κυνηγάει η κατάρα του παρελθόντος του.