hautboïste

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

hautboïste < γερμανική Hoboist < hautbois

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
hautboïste hautboïstes

hautboïste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (μουσική) ο/η μουσικός που παίζει όμποε: ομποΐστας, ομποΐστα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]