Μετάβαση στο περιεχόμενο

havarovať

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
havarovať < havár(ia) (ατύχημα) + -ovať

havarovať (sk) τετελεσμένο

  • havarovať - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025