hayat
Εμφάνιση
Τουρκικά (tr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- hayat < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική حیات (hayat) < αραβική حياة (ħayāh, ζωή) < ρίζα ح ي و (ḥ-y-w)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hayat (tr)
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- hayat < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hayat (tr) (ιδιωματικό)
Πηγές
[επεξεργασία]- hayat - Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002
- hayat - Türk Dil Kurumu, μονόγλωσσο τουρκικό Λεξικό @sozluk.gov.tr