Μετάβαση στο περιεχόμενο

hayat

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
hayat < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική حیات (hayat) < αραβική حياة (ħayāh, ζωή) < ρίζα ح ي و (ḥ-y-w)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hayat (tr)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
hayat < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hayat (tr) (ιδιωματικό)

  1. μπαλκόνι
  2. αυλή, περίβολος
  3. υπόστεγο
  4. δωμάτιο επισκεπτών
  5. καναπές

Αλλόγλωσσα παράγωγα

[επεξεργασία]
  • hayat - Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002
  • hayat -  Türk Dil Kurumu, μονόγλωσσο τουρκικό Λεξικό @sozluk.gov.tr