Μετάβαση στο περιεχόμενο

haywire

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
haywire < hay + wire

Επίθετο

[επεξεργασία]

haywire (en)

  • εκτός ελέγχου
  • χαοτικός