head for
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | head for |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | heads for |
| αόριστος | headed for |
| παθητική μετοχή | headed for |
| ενεργητική μετοχή | heading for |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]head for (en)
- τραβάω για κάτι δυσάρεστο
He is headed for bankruptcy.
- Τραβάει για χρεοκοπία.
Πηγές
[επεξεργασία]- head for - Cambridge Dictionary online
- head for - Oxford Learner's Dictionaries