headbutt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| headbutt | headbutts |
headbutt (en)
- η κεφαλιά
With an excellent headbutt, he nailed the ball into the net.
- Με μια έξοχη κεφαλιά κάρφωσε την μπάλα στα δίχτυα.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | headbutt |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | headbutts |
| αόριστος | headbutted |
| παθητική μετοχή | headbutted |
| ενεργητική μετοχή | headbutting |
headbutt (en)
- κουτουλώ, χτυπάω κάτι με το κούτελο
The goat headbutted him.
- Τον κουτούλησε η κατσίκα.