Μετάβαση στο περιεχόμενο

headbutt

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
headbutt < head + butt

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
headbutt headbutts

headbutt (en)

  • η κεφαλιά
    παράδειγμα  With an excellent headbutt, he nailed the ball into the net.
    Με μια έξοχη κεφαλιά κάρφωσε την μπάλα στα δίχτυα.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
ενεστώτας headbutt
γ΄ ενικό ενεστώτα headbutts
αόριστος headbutted
παθητική μετοχή headbutted
ενεργητική μετοχή headbutting

headbutt (en)

  • κουτουλώ, χτυπάω κάτι με το κούτελο
    παράδειγμα  The goat headbutted him.
    Τον κουτούλησε η κατσίκα.