hear from
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | hear from |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | hears from |
| αόριστος | heard from |
| παθητική μετοχή | heard from |
| ενεργητική μετοχή | hearing from |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]hear from (en)
- παίρνω ειδήσεις/νέα, λαμβάνω ένα γράμμα, email, τηλεφώνημα κτλ. από κάποιον
I haven’t heard from him in a month.
- Έχω ένα μήνα να πάρω ειδήσεις του.
I am looking forward to hearing from you.
- Περιμένω ειδήσεις σου με ανυπομονησία.
We hear from her about once a month.
- Παίρνουμε νέα της περίπου μια φορά το μήνα.