Μετάβαση στο περιεχόμενο

hear of

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας hear of
γ΄ ενικό ενεστώτα hears of
αόριστος heard of
παθητική μετοχή heard of
ενεργητική μετοχή hearing of

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hear of <  δείτε τις λέξεις hear και of

hear of (en)

  1. έχω ακουστά, μαθαίνω, ακούω, ξέρω για κάποιον ή κάτι γιατί μου έχουν πει γι' αυτό(ν)
    παράδειγμα  I had heard of him, but I never happened to meet him in person.
    Τον είχα ακουστά, αλλά ποτέ δεν έτυχε να γνωριστούμε από κοντά.
    παράδειγμα  I heard of the tale from my grandfather.
    Το παραμύθι το ΄χω ακουστά από τον παππού μου.
    παράδειγμα  I heard of his resignation from the radio.
    Έμαθα για την παραίτηση του από το ραδιόφωνο.
    παράδειγμα  Chances are he has heard of it by now.
    Θα το έχει μάλλον μάθει τώρα.
    παράδειγμα  I didn’t hear of anything else (that’s all they were talking about) all day.
    Δεν άκουσα τίποτα άλλο (όλο γι' αυτό μιλούσανε) όλη την ημέρα.
    παράδειγμα  Who has heard of such a thing before?
    Πού ξανακούστηκε τέτοιο πράγμα;
  2. δεν θέλω να ακούσω κάτι, αρνούμαι να αφήσω κάποιον να μιλήσει για κάτι
    παράδειγμα  I don't want to hear a word of it.
    Δεν θέλω να ακούσω λέξη γι' αυτό.
    παράδειγμα  She would not hear a word of it.
    Δεν ήθελε να ακούσει λέξη γι' αυτό.