Μετάβαση στο περιεχόμενο

heartfelt

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
heartfelt < heart + felt

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός heartfelt
συγκριτικός more heartfelt
υπερθετικός most heartfelt

heartfelt (en)

  • εγκάρδιος, ειλικρινής
    παράδειγμα  I express my heartfelt thanks to you.
    Σας εκφράζω τις εγκάρδιες ευχαριστίες μου.
    παράδειγμα  He made a heartfelt statement about his childhood.
    Έκανε μια κατάθεση ψυχής για τα παιδικά του χρόνια.