heartfelt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | heartfelt |
| συγκριτικός | more heartfelt |
| υπερθετικός | most heartfelt |
heartfelt (en)
- εγκάρδιος, ειλικρινής
I express my heartfelt thanks to you.
- Σας εκφράζω τις εγκάρδιες ευχαριστίες μου.
He made a heartfelt statement about his childhood.
- Έκανε μια κατάθεση ψυχής για τα παιδικά του χρόνια.