heatwave
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| heatwave | heatwaves |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]heatwave (en)
- ο καύσωνας, περίοδος υπερβολικής ζέστης
When will the heatwave end?
- Πότε θα τελειώσει ο καύσωνας;
A heatwave has set in.
- Κύμα καύσωνα έχει ενσκήψει.