heckle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

heckle (en)

  • παρενοχλώ ομιλητή με ενοχλητική, προσβλητική συμπεριφορά