hedge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hedge (en)

  1. θάμνος που δρα ως φράχτης
  2. ασφάλιστρο κινδύνου