heim

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Heim

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

heim (de)

  1. στο σπίτι μου

Δείτε επίσης[επεξεργασία]