Μετάβαση στο περιεχόμενο

helpu

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

helpu (eo)

  • προστακτική του ρήματος helpi