herausfinden

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

herausfinden (de)

  1. (αμετάβατο) βρίσκω την έξοδο ή τη λύση, « τα βγάζω πέρα »
  2. (μεταβατικό) ανακαλύπτω