Μετάβαση στο περιεχόμενο

herméneutique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
herméneutique herméneutiques

herméneutique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
herméneutique herméneutiques

herméneutique (fr) θηλυκό