Μετάβαση στο περιεχόμενο

herring

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
herring herrings

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

herring (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]