Μετάβαση στο περιεχόμενο

hiccup

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hiccup hiccups

hiccup (en)

  1. ο λόξιγκας
    παράδειγμα  She gave out a loud hiccup.
    Έβγαλε έναν δυνατό λόξιγκα.
  2. (μόνο πληθυντικός) ο λόξιγκας, για μια σειρά από λόξιγκες
    παράδειγμα  When you get the hiccups, drink water.
    Όταν σε πιάνει λόξιγκας, πίνε νερό.
  3. (ανεπίσημο) η αναποδιά, ένα μικρό πρόβλημα ή προσωρινή καθυστέρηση
    παράδειγμα  We’ve had a small hiccup.
    Είχαμε μια μικρή αναποδιά.
    παράδειγμα  There was a slight hiccup in production.
    Υπήρξε μια μικρή αναποδιά στην παραγωγή.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη setback
ενεστώτας hiccup
γ΄ ενικό ενεστώτα hiccups
αόριστος hiccuped, hiccupped
παθητική μετοχή hiccuped, hiccupped
ενεργητική μετοχή hiccuping, hiccupping

hiccup (en)