hiccup
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hiccup | hiccups |
hiccup (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | hiccup |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | hiccups |
| αόριστος | hiccuped, hiccupped |
| παθητική μετοχή | hiccuped, hiccupped |
| ενεργητική μετοχή | hiccuping, hiccupping |
hiccup (en)