hide

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

hide (en) (αόρ. : hid, παθ. μτχ. : hidden)

  1. (μεταβατικό) κρύβω
  2. (αμετάβατο) κρύβομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hide (en)

  1. το δέρμα ενός ζώου, τομάρι
  2. κατά το Μεσαίωνα, η έκταση γης που αρκούσε για να θρέψει μια ελεύθερη οικογένεια, περίπου 100 εκτάρια