Μετάβαση στο περιεχόμενο

hierarchie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hierarchie hierarchies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hierarchie (fr) θηλυκό