higher education
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]higher education (en) (μη μετρήσιμο)
- οι εκπαιδευτικές βαθμίδες πάνω από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση· η ανώτερη εκπαίδευση και η ανώτατη εκπαίδευση
Children of the poor are not attracted to higher education anyway for many reasons, even with free education.
- Τα παιδιά των άπορων έτσι κι αλλιώς δεν προσελκύονται στην ανώτερη εκπαίδευση για πολλούς λόγους, ακόμη και με δωρεάν Παιδεία.
- ≈ συνώνυμα: tertiary education, higher learning
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
higher education στην αγγλική Βικιπαίδεια

Πηγές
[επεξεργασία]- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 271. ISBN 9780194325684., λήμμα: εκπαίδευση