Μετάβαση στο περιεχόμενο

hike

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hike hikes

hike (en)

  1. η πεζοπορία
    παράδειγμα  We went for a hike in Attica.
    Πήγαμε πεζοπορία στην Αττική.
    παράδειγμα  After a two hour hike, we reached the village.
    Ύστερα από δύο ώρες πεζοπορία φτάσαμε στο χωριό.
  2. (ανεπίσημο) η ανατίμηση, μεγάλη ή ξαφνική αύξηση τιμών, κόστους κτλ.
    παράδειγμα  The people’s indignation at the constant price hikes has reached the breaking point.
    Η αγανάκτηση του κόσμου από τις συνεχείς ανατιμήσεις έχει φτάσει στο απροχώρητο.
ενεστώτας hike
γ΄ ενικό ενεστώτα hikes
αόριστος hiked
παθητική μετοχή hiked
ενεργητική μετοχή hiking

hike (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) πάω πεζοπορία
    παράδειγμα  We went hiking in Attica.
    Πήγαμε πεζοπορία στην Αττική.
    παράδειγμα  We missed the bus and were forced to hike to school.
    Χάσαμε το λεωφορείο κι αναγκαστήκαμε να πάμε πεζοπορία στο σχολείο.
    παράδειγμα  After hiking two hours, we reached the village.
    Ύστερα από δύο ώρες πεζοπορία φτάσαμε στο χωριό.
  2. (μεταβατικό, ανεπίσημο) ανατιμώ, αυξάνω τιμές, φόρους κτλ. ξαφνικά και πολύ
    παράδειγμα  The traders at the (street) markets again hiked the prices on produce.
    Οι έμποροι στις λαϊκές ανατίμησαν πάλι τα κηπευτικά.

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

hike (io)