Μετάβαση στο περιεχόμενο

hilly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός hilly
συγκριτικός hillier
υπερθετικός hilliest

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hilly < hill + -y

Επίθετο

[επεξεργασία]

hilly (en)

  • λοφώδης, για περιοχή που είναι γεμάτη λόφους
    παράδειγμα  a hilly area - λοφώδης περιοχή