hipérbole
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| hipérbole | hipérboles |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- hipérbole < λατινική hyperbole < αρχαία ελληνική ὑπερβολή
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hipérbole (es) θηλυκό
- υπερβολή
«Las hipérboles son muy abundantes tanto en la literatura clásica como en la contemporánea».
- «Οι υπερβολές είναι πολύ άφθονες τόσο στην κλασική όσο και στη σύγχρονη λογοτεχνία.»
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- hipérbole - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.