Μετάβαση στο περιεχόμενο

hipérbole

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
hipérbole hipérboles

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hipérbole < λατινική hyperbole < αρχαία ελληνική ὑπερβολή

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iˈpeɾbole/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hipérbole (es) θηλυκό

  • υπερβολή
    παράδειγμα  «Las hipérboles son muy abundantes tanto en la literatura clásica como en la contemporánea».
    «Οι υπερβολές είναι πολύ άφθονες τόσο στην κλασική όσο και στη σύγχρονη λογοτεχνία.»

Συγγενικά

[επεξεργασία]