histoire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
histoire histoires

histoire (fr) θηλυκό

  1. η ιστορία
  2. το παραμύθι
    les jeunes enfants aiment bien qu'on leur raconte une histoire le soir avant de s'endormir - στα μικρά παιδιά τους αρέσει να τους λένε ένα παραμύθι πριν αποκοιμηθούν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]