Μετάβαση στο περιεχόμενο

histori-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
histori- < ελληνική ιστορία, γαλλική histoire, αγγλική history, πολωνική historia

histori- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: ιστορία

Παράγωγα

[επεξεργασία]