hoch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

hoch 

Επίθετο[επεξεργασία]

hoch (de)

der Lehrer ist hoch - ο καθηγητής είναι ψηλός

Αντώνυμα[επεξεργασία]



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

hoch 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hoch (cs) αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]