hold out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | hold out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | holds out |
| αόριστος | held out |
| παθητική μετοχή | held out |
| ενεργητική μετοχή | holding out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]hold out (en)
- (αμετάβατο) αντέχω, που διαρκεί, ειδικά σε μια δύσκολη κατάσταση
We can stay here for as long as our supplies hold out.
- Μπορούμε να μείνουμε εδώ όσο αντέχουν τα εφόδιά μας.
- (αμετάβατο) αντέχω, κρατώ, αντιστέκομαι σε έναν επικίνδυνο εχθρό ή επιβιώνω σε μια δύσκολη κατάσταση
The rebels held out in the mountains for several years.
- Οι αντάρτες άντεξαν στα βουνά για αρκετά χρόνια.
The garrison held out for six months.
- Η φρουρά κράτησε έξι μήνες.
- (μεταβατικό) κρατώ την ελπίδα· τρέφω, δίνω ελπίδες, προσφέρω μια ευκαιρία, ελπίδα ή δυνατότητα για κάτι
I’m holding out hope that it will all work out.
- Κρατάω την ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά.
Doctors hold out little hope of her recovering.
- Οι γιατροί δεν τρέφουν/δίνουν πολλές ελπίδες για την ανάρρωσή της.
- (μεταβατικό) απλώνω, προτείνω το χέρι προς κάποιον, ειδικά για να δώσω ή να προσφέρω κάτι· κρατώ κάτι προς τα έξω για να το δώσω σε κάποιον