Μετάβαση στο περιεχόμενο

hold out

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: hold out for

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας hold out
γ΄ ενικό ενεστώτα holds out
αόριστος held out
παθητική μετοχή held out
ενεργητική μετοχή holding out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hold out <  δείτε τις λέξεις hold και out

hold out (en)

  1. (αμετάβατο) αντέχω, που διαρκεί, ειδικά σε μια δύσκολη κατάσταση
    παράδειγμα  We can stay here for as long as our supplies hold out.
    Μπορούμε να μείνουμε εδώ όσο αντέχουν τα εφόδιά μας.
  2. (αμετάβατο) αντέχω, κρατώ, αντιστέκομαι σε έναν επικίνδυνο εχθρό ή επιβιώνω σε μια δύσκολη κατάσταση
    παράδειγμα  The rebels held out in the mountains for several years.
    Οι αντάρτες άντεξαν στα βουνά για αρκετά χρόνια.
    παράδειγμα  The garrison held out for six months.
    Η φρουρά κράτησε έξι μήνες.
  3. (μεταβατικό) κρατώ την ελπίδα· τρέφω, δίνω ελπίδες, προσφέρω μια ευκαιρία, ελπίδα ή δυνατότητα για κάτι
    παράδειγμα  I’m holding out hope that it will all work out.
    Κρατάω την ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά.
    παράδειγμα  Doctors hold out little hope of her recovering.
    Οι γιατροί δεν τρέφουν/δίνουν πολλές ελπίδες για την ανάρρωσή της.
  4. (μεταβατικό) απλώνω, προτείνω το χέρι προς κάποιον, ειδικά για να δώσω ή να προσφέρω κάτι· κρατώ κάτι προς τα έξω για να το δώσω σε κάποιον
    παράδειγμα  He held out his hand to greet me.
    Άπλωσε/Πρότεινε το χέρι του για να με χαιρετήσει.
    παράδειγμα  He held out the keys and I took them.
    Μου έδωσε τα κλειδιά κι εγώ τα πήρα.
     συνώνυμα:  δείτε τον όρο reach out