hold out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

hold out (held out, held out)

  1. κρατώ κάτι προς τα έξω, προτείνω
    Hold out your hand.
  2. (ιδιωματισμός) περιμένω ή αρνούμαι μια προσφορά περιμένοντας κάτι καλύτερο
    I am holding out for more money.
  3. (ιδιωματισμός) αντέχω, επιβιώνω
    How long can they hold out without water?
  4. hold out on : κρατώ ένα μυστικό
    I didn't know you could do that. Have you been holding out on me?
  5. κρατώ κάτι για αργότερα
    Pack the boxes, but hold out a few blue ones for later.