hold out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας hold out
γ΄ ενικό ενεστώτα holds out
αόριστος held out
παθητική μετοχή held out
ενεργητική μετοχή holding out


hold out < → δείτε τις λέξεις hold και out

hold out (en)

  1. (μεταβατικό, κυριολεκτικά) κρατώ κάτι προς τα έξω, τείνω, προτείνω, απλώνω το χέρι να πιάσω
    He held out his hand to greet me.
    Πρότεινε το χέρι του για να με χαιρετήσει.
     συνώνυμα: → δείτε τον όρο reach out
  2. (ιδιωματισμός) περιμένω ή αρνούμαι μια προσφορά περιμένοντας κάτι καλύτερο
    I am holding out for more money.
  3. (ιδιωματισμός) αντέχω, επιβιώνω
    How long can they hold out without water?
  4. hold out on : κρατώ ένα μυστικό
    I didn't know you could do that. Have you been holding out on me?
  5. κρατώ κάτι για αργότερα
    Pack the boxes, but hold out a few blue ones for later.