Μετάβαση στο περιεχόμενο

hold up

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας hold up
γ΄ ενικό ενεστώτα holds up
αόριστος held up
παθητική μετοχή held up
ενεργητική μετοχή holding up

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hold up <  δείτε τις λέξεις hold και up

hold up (en)

  1. (αμετάβατο) αντέχω, παραμένω δυνατός και δουλεύω αποτελεσματικά
    παράδειγμα  The car is still holding up.
    Το αυτοκίνητο αντέχει ακόμα.
  2. (μεταβατικό) καθυστερώ ή εμποδίζω την κίνηση ή την πρόοδο κάποιου ή κάτι
    παράδειγμα  The traffic held us up.
    Μας καθυστέρησε η κυκλοφορία.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη delay
  3. (μεταβατικό) ληστεύω, κλέβω από τράπεζα, κατάστημα κτλ. χρησιμοποιώντας όπλο
    παράδειγμα  Armed masked men held up a bank in a central part of the city.
    Ένοπλοι μασκοφόροι λήστεψαν τράπεζα σε κεντρικό σημείο της πόλης.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη rob