holiday

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
holiday holidays

holiday (en)

  1. η γιορτή
    New Year’s Day is a holiday in Greece.
    Η Πρωτοχρονιά είναι γιορτή στην Ελλάδα.
  2. (ΗΒ) οι διακοπές
    Christmas holidays - οι διακοπές των Χριστουγέννων
    This year, we are going on holiday to Mexico.
    Φέτος, πάμε διακοπές στο Μεξικό.
     συνώνυμα: vacation

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας holiday
γ΄ ενικό ενεστώτα holidays
αόριστος holidayed
παθητική μετοχή holidayed
ενεργητική μετοχή holidaying

holiday (en)

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 190. ISBN 9780194325684. , λήμμα: γιορτή