homme-grenouille

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

homme-grenouille < homme + grenouille

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
homme-grenouille hommes-grenouilles

homme-grenouille (fr) αρσενικό

  1. ο βατραχάνθρωπος