homoseksualista

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl)[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) homoseksualista homoseksualiści
γενική (dopełniacz) homoseksualisty homoseksualistów
δοτική (celownik) homoseksualiście homoseksualistom
αιτιατική (biernik) homoseksualistę homoseksualistów
οργανική (narzędnik) homoseksualistą homoseksualistami
τοπική (miejscownik) homoseksualiście homoseksualistach
κλητική (wołacz) homoseksualisto homoseksualiści

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

homoseksualista (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]