Μετάβαση στο περιεχόμενο

hooked

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hooked < hook + -ed

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /hʊkt/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

hooked (en)

  1. αγκιστροειδής, αγκιστρωτός
    παράδειγμα The eagle is known for its powerful, hooked beak which helps it tear its prey.
         Ο αετός είναι γνωστός για το ισχυρό, αγκιστρωτό ράμφος του που τον βοηθά να κομματιάζει τη λεία του.
  2. εθισμένος

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

hooked (en)