Μετάβαση στο περιεχόμενο

horúci

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

horúci (sk)

  1. ζεστός, καυτός
     συνώνυμα: spaľujúci
  2. θερμός
  • horúci - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025