horaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
horaire horaires

horaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
horaire horaires

horaire (fr) αρσενικό

Il a un horaire chargé. Έχει ένα φορτωμένο ωράριο.