horseback

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

horseback

  • καβάλα σ' τ' άλογο, έφιππος, μετακινούμενος με άλογο