Μετάβαση στο περιεχόμενο

hose

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hose hoses

hose (en)

  • το λάστιχο (ποτίσματος), η μάνικα
    παράδειγμα  I watered the flowers with the hose.
    Πότισα τα λουλούδια με το λάστιχο.
    παράδειγμα  The hose burst and water went flying everywhere!
    Το λάστιχο τρύπησε και πετάχτηκαν νερά παντού!
    παράδειγμα  The firefighters connected the hose to the fire hydrant.
    Οι πυροσβέστες συνέδεσαν τη μάνικα στον πυροσβεστικό κρουνό.
ενεστώτας hose
γ΄ ενικό ενεστώτα hoses
αόριστος hosed
παθητική μετοχή hosed
ενεργητική μετοχή hosing

hose (en)

  • πλένω κάτι με λάστιχο ποτίσματος
    παράδειγμα  I hose down a car/the deck/the walls.
    Πλένω ένα αυτοκίνητο/το κατάστρωμα/τους τοίχους (με λάστιχο).