hostie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔs.ti/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
hostie hosties

hostie (fr) θηλυκό

  1. η όστια