houx

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

houx 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
houx houx

houx (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. το ου, ο ελαιόπρινος