however

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
however < how + ever

Επίρρημα

[επεξεργασία]

however (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. όμως, ωστόσο, εντούτοις, μολαταύτα, μολοντούτο, παρά ταύτα, παρ' όλα αυτά, χρησιμοποιείται για να εισαγάγει μια δήλωση σε αντίθεση με κάτι που μόλις ειπώθηκε
    Elementary and middle school are mandatory, however, high school is not.
    Το δημοτικό και το γυμνάσιο είναι υποχρεωτικά, το λύκειο όμως όχι.
    John, however, refused to go.
    Ο Γιάννης, ωστόσο, αρνήθηκε να πάει.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη nevertheless
  2. όσος/όσο κι αν/και να, όπως κι αν/και να, χρησιμοποιείται με επίθετο, επίρρημα ή προσδιοριστή για να σημαίνει «σε οποιοδήποτε βαθμό»
    However well he speaks English…
    Όσο καλά κι αν μιλάει αγγλικά…
    However good she may may be…
    Όσο καλή κι αν είναι…
    However many books you may read…
    Όσα βιβλία και να διαβάσεις…
    However much he yelled, no one heard him.
    Όσο και να φώναζε, κανείς δεν τον άκουγε.
    However things are, they will support us.
    Όπως και αν έχουν τα πράγματα, θα μας υποστηρίξουν.
    How ever did you manage that?
    Μα πώς το κατάφερες;
     συνώνυμα: no matter how
  3. όπως, με όποιο τρόπο
    Arrange them however you think is best.
    Τακτοποίησέ τα, όπως νομίζεις.
    You can pay however you prefer.
    Μπορείτε να πληρώσετε με όποιο τρόπο προτιμάτε.
     συνώνυμα: how