huddle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

huddle (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

huddle (en)

  1. μαζεύομαι, στριμώχνομαι, για ένα πλήθος που συγκεντρώνεται σε μικρό χώρο
  2. κουλουριάζομαι, παίρνω τη στάση του εμβρύου μέσα στη μήτρα