huile

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

huile 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
huile huiles

huile (fr) θηλυκό

  1. το λάδι
  1. (οικείο) άτομο υψηλά ιστάμενο, που έχει υψηλό βαθμό σε μια ιεραρχία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]