Μετάβαση στο περιεχόμενο

hullabaloo

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hullabaloo

  1. φασαρία
  2. κουτσομπολίστικος ντόρος