hulled

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

hulled (en)

  1. ξεφλουδισμένος
  2. αποφλοιωμένος

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

hulled (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος hull