huppe
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| huppe | huppes |
huppe (fr) θηλυκό
- το λοφίο
- (πτηνό) ο τσαλαπετεινός
| ενικός | πληθυντικός |
| huppe | huppes |
huppe (fr) θηλυκό