Μετάβαση στο περιεχόμενο

hurtle

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: hurdle

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας hurtle
γ΄ ενικό ενεστώτα hurtles
αόριστος hurtled
παθητική μετοχή hurtled
ενεργητική μετοχή hurtling

hurtle (en)