hybride
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /iˈbʁid/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : hy‐bride
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hybride | hybrides |
hybride (fr) αρσενικό
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hybride | hybrides |
hybride (fr)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- hybride - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- hybride - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- hybride - στο Émile Littré [Εμίλ Λιτρέ], Dictionnaire de la langue française [Λεξικό της γαλλικής γλώσσας], 1872–1877